Sylvia Plath - Άριελ
Άριελ
Ακινησία στο σκοτάδι
κι ύστερα το άυλο μπλε
Ξεχείλισμα των κορυφών και του βάθους.
Λέαινα Θεού!
γινόμαστε ένα
Άξονας από φτέρνες και γόνατα!- Τι αυλάκι
Σκίζεται και τρέχει, αδελφή
της καφετιάς αψίδας
Του λαιμού που εγώ δε φτάνω,
Νέγρικα μάτια
βατόμουρα ρίχνουν σκοτεινιά
Αγκίστρια –
Μαύρου αίματος γουλιές γλυκές
Σκιές
Κάτι άλλο
Μες στον αγέρα με τραβά –
Μηροί, μαλλιά;
Νιφάδες απ’ τις φτέρνες μου.
Λευκή
Γκοντάιβα, ξεφλουδίζομαι –
Χέρια νεκρά, νεκρές ακαμψίες.
Και τώρα εγώ
αφρός σταριού, στραφτάλισμα θαλάσσης.
Το κλάμα του παιδιού
Το λιώνει ο τοίχος.
Κι εγώ
είμαι το βέλος,
Η δροσοσταγόνα που ίπταται
Αυτοκτονική, ένα με την κούρσα
Μέσα στο κόκκινο
Μάτι, το καζάνι της πρωίας.
Σύλβια Πλαθ, Ποιήματα, εκδ. Κέδρος